ἀνεξέλικτος

ἀνεξέλικτος
ἀν-εξ-έλικτος, unentwickelt

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ανεξέλικτος — ανεξέλικτος, η, ο και ανεξέλιχτος, η, ο επίρρ. α αυτός που δεν εξελίχτηκε, δεν προόδεψε, ο καθυστερημένος: Λίγοι λαοί μένουν ακόμη ανεξέλιχτοι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανεξέλικτος — η, ο (Α ἀνεξέλικτος, ον) αυτός που δεν έχει ακόμη εξελιχθεί ή δεν μπορεί να έχει εξέλιξη …   Dictionary of Greek

  • ἀνεξέλικτον — ἀνεξέλικτος whose development cannot be fully exhausted masc/fem acc sg ἀνεξέλικτος whose development cannot be fully exhausted neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνεξέλικτα — ἀνεξέλικτος whose development cannot be fully exhausted neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υποτυπώδης — ής, ές γεν. ους, αιτ. η, πληθ. ουδ. η, αυτός που υπάρχει σε ατελή τύπο, αδιάπλαστος, ανεξέλικτος, πρωτόγονος, καθυστερημένος: Υποτυπώδης κοινωνική οργάνωση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”